fight off



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fight [sb/sth] off,
fight off [sb/sth]
vtr phrasal sep
(defend yourself from)αποκρούω, απομακρύνω ρ μ
 The 26-year-old woman bravely fought off her attackers with several kicks and punches.
 Η 26χρονη γυναίκα απέκρουσε γενναία τους επιτιθέμενους με αρκετές κλωτσιές και μπουνιές.
fight [sb/sth] off,
fight off [sb/sth]
vtr phrasal sep
figurative (competition)νικάω, κερδίζω ρ μ
  (κάποιου)υπερνικώ, υπερισχύω ρ μ
 Dannii fought off the competition to win the prize.
 Ο Ντάνι υπερίσχυσε των ανταγωνιστών του και κέρδισε το βραβείο.
fight [sth] off,
fight off [sth]
vtr phrasal sep
figurative (infection)καταπολεμώ ρ μ
 Doctors are realizing that to successfully fight off sinus infection, medication alone isn't enough.
 Οι γιατροί συνειδητοποιούν ότι η φαρμακευτική αγωγή από μόνη της δεν φτάνει για να καταπολεμηθεί επιτυχώς η ιγμορίτιδα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fight off στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fight off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!